Όσο πιο πίσω πάει κανείς τον χρόνο τόσο θα δει πως στην Ελλάδα τα άγρια εγκλήματα υπήρχαν μεν αλλά ήταν σπάνια. Κυρίως αφορούσαν δολοφονίες. Εγκλήματα τύπου απαγωγές, για παράδειγμα, οι Έλληνες τα έβλεπαν μόνο μέσα από ταινίες δράσεις του Χόλιγουντ. Όταν, λοιπόν, τον Μάρτιο του 1990 έμαθαν πως ένας νεαρός Ρομά είχα απαχθεί, η αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης ήταν μεγάλη. Και τελικά η εξέλιξη ήταν η χειρότερη δυνατή ενώ η εξιχνίασή της σόκαρε τους πάντες!
Η απαγωγή του Μαρσελίνο
Ο Γιάννης Τσατσάνης είχε μια μεγάλη αγάπη. Το ποδόσφαιρο. Ο νεαρός Ρομά ήταν 17 χρονών, έπαιζε μπάλα στον Κεραυνό Αγίας Βαρβάρας και ήταν τόσο καλός που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι «ο Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας». Πολλοί έλεγαν πως θα μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο ακόμα και σε κάποια μεγάλη ομάδα της Ελλάδας, σε επαγγελματική κατηγορία.
Ο ταλαντούχος πιτσιρικάς ήταν γέννημα θρέμμα της Αγίας Βαρβάρας και εξαιρετικά αγαπητός. Οι άνθρωποι στην κοινότητα που μεγάλωσε τον αγαπούσαν σαν δικό τους παιδί και χαιρόντουσαν με τις επιτυχίες του. Όλα, όμως, άλλαξαν δραματικά το απόγευμα της 18ης Μαρτίου 1990.
Εκείνο το απόγευμα ο Μαρσελίνο, όπως τον φώναζαν φίλοι και γνωστοί, έπινε τον καφέ του στην καφετέρια «Τροπικάνα» μαζί με δύο φίλους του. Τον Κώστα Σπινιάρη και τον Δημήτρη Αγαπητό οι οποίοι λένε στον 17χρονο πως έμαθαν ποιος ήταν αυτός που του είχε κλέψει το ραδιοκασετόφωνο από το αυτοκίνητό του και πως ξέρουν και που είναι. Του είπαν, μάλιστα, πως αν θέλει μπορούν να τον πάνε εκεί που ο κλέφτης βρισκόταν προκειμένου να μπορέσει να το πάρει πίσω.
Ο 17χρονος Μαρσελίνο τους λέει πως θέλει και έτσι όλοι μαζί οι φίλοι ξεκινάνε για τη Νίκαια. Όταν έφτασαν εκεί, άλλαξαν αυτοκίνητο και συνέχισαν προς τα Πυροβολεία στο Σχιστό. Σε μία στάση που κάνουν στο δρόμο, ο νεαρός ποδοσφαιριστής βγάνει από το αυτοκίνητο για να ξεπιαστεί. Τότε, από το πουθενά, εμφανίζονται τρεις άγνωστοι άνδρες και πέφτουν πάνω στον 17χρονο προκειμένου να τον ακινητοποιήσουν. Ένας από αυτούς πυροβολεί στον αέρα και οι φίλοι του Μαρσελίνο τρέχουν για να γλιτώσουν. Ο νεαρός ποδοσφαιριστής μένει μόνος του με τους άγνωστους άνδρες, οι οποίοι τον βάζουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο και τον οδηγούν σε ένα σπίτι στο Χαϊδάρι!
Την επόμενη ημέρα το πρωί, ο πατέρας του Μαρσελίνο, ο Γιώργος Τσατσάνης, γνωστός και επιτυχημένος έμπορος ηλεκτρικών ειδών πηγαίνει ανήσυχος στο τοπικό αστυνομικό τμήμα και δηλώνει την εξαφάνιση του γιου του ο οποίος δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του την προηγούμενη νύχτα. Ο πατέρας λέει στους αστυνομικούς πως κάτι έχει γίνει στο παιδί του γιατί δεν είχε ξαναμείνει ποτέ μακριά από το σπίτι για μια ολόκληρη νύχτα χωρίς να ειδοποιήσει!
Άμεσα ξεκινούν οι έρευνες των αστυνομικών, ενώ τον 17χρονο Μαρσελίνο αναζητούσαν και δεκάδες άλλοι Ρομά με αυτοκίνητα και μηχανές. Κανένας τους, ωστόσο, δε βρίσκει το παραμικρό ίχνος ζωής του νεαρού ποδοσφαιριστή. Την επόμενη ημέρα, στις 20 Μαρτίου του 1990, το τηλέφωνο στο σπίτι της οικογένειας Τσατσάνη θα χτυπήσει. Ο άνδρας στην άλλη άκρη της γραμμής θα πει πως ο Μαρσελίνο έχει πέσει θύμα απαγωγής και πως αν οι δικοί του θέλουν να τον δουν ξανά ζωντανό θα πρέπει να δώσουν 150 εκατομμύρια δραχμές! Ο πατέρας του νεαρού, λέει, αρχικά στους απαγωγείς πως μπορεί να τους δώσει 30 εκατ. δραχμές άμεσα, διότι αυτά είχε. Οι απαγωγείς δεν δέχονται, ζητάνε ολόκληρο το ποσό και δίνουν διορία για να συγκεντρωθεί το ποσό που ζήτησαν.
Οι υπόλοιποι κάτοικοι της Άγιας Βαρβάρας, είτε είναι εύποροι, είτε δεν είναι, συμβάλλουν – ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές τους – και έτσι μαζεύονται άλλα 30 εκατομμύρια δραχμές. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, χωρίς να υπάρχει καμία απόδειξη πως ο 17χρονος είναι ζωντανός. Η αγωνία κορυφώνεται στις 4 Απριλίου όταν το αυτοκίνητο του νεαρού ποδοσφαιριστή εντοπίζεται σταθμευμένο και κλειδωμένο σ’ ένα μικρό δρομάκι, στην οδό Σάρδεων στη Νίκαια.
Οι απαγωγείς, που μιλούσαν Ελληνικά, Αγγλικά και Ιταλικά, επικοινωνούν ξανά με την οικογένεια και δέχονται να πάρουν 50 εκατομμύρια δραχμές προκειμένου να τον απελευθερώσουν. Το πρώτο ραντεβού για την παράδοση των λύτρων κλείστηκε στις 29 Απριλίου στο ζαχαροπλαστείο «Φλόκα» στην Κηφισιά. Η Αστυνομία οργάνωσε τεράστια επιχείρηση, όμως οι δράστες δεν εμφανίστηκαν ποτέ.
Το βράδυ της 19 Ιουνίου 1990, ο βοσκός Χρήστος Αγάθης που είχε το μαντρί του στην περιοχή Σκούρτα Βοιωτίας άκουσε τα σκυλιά του μέσα στη νύχτα να μαλώνουν. Αυτό του φάνηκε περίεργο και βγήκε να δει τι συμβαίνει. Τότε έκπληκτος είδε πως τα σκυλιά είχαν τραβήξει από έναν πρόχειρο λάκκο ένα σκισμένο μπουφάν. Τα ζώα είχαν ξεθάψει το πτώμα του Μαρσελίνο και η άσχημη μυρωδιά από ένα ανθρώπινο σώμα που βρισκόταν σε σήψη, τον έκαναν να ειδοποιήσει αμέσως την αστυνομία. Την επόμενη ημέρα το πρωί, οι αστυνομικοί ανακαλύπτουν το πτώμα το οποίο όπως προκύπτει ανήκει στον Μαρσελίνο! Ακολουθούν σκηνές αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Οι γονείς του 17χρονου, καταρρέουν και δεν έχουν τη δύναμη να πάνε ούτε στην κηδεία του παιδιού τους, που έγινε στο Γ΄ Νεκροταφείο.
Η αποκάλυψη των δραστών
Όσο συγγενείς και φίλοι θρηνούν τον άδικο χαμό του 17χρονου, οι αστυνομικοί εντατικοποιούν τις έρευνες και γρήγορα αρχίζουν να βρίσκουν την άκρη του νήματος. Λίγες ημέρες αργότερα το μυστήριο έχει λυθεί και όλα τα κομμάτια του παζλ έχουν μπει στη θέση τους.
Οι κολλητοί φίλοι του Μαρσελίνο, Κώστας Σπινιάρης και Δημήτρης Αγαπητός, με τους οποίους ο νεαρός έπινε καφέ την ημέρα της απαγωγής ήταν αυτοί που έστησαν την παγίδα. Οι τρείς «άγνωστοι» δράστες που εμφανίστηκαν από το... πουθενά στο Σχιστό ήταν οι Σταμάτης Γρυπαίος, Δημήτρης Σκαφτούρος και Γιάννης Λαζάρου. Το σπίτι στο Χαϊδάρι άνηκε στον Γιάννη Πετράκη ο οποίος έμενε εκεί με τη φιλενάδα του Θεοφανία Μεσμερλή. Στο σχέδιο συμμετέχει και ο ξάδερφος του Μαρσελίνο, Βασίλης Βασιλείου ή Τζίνο ο οποίος έχει τον ρόλο του πληροφοριοδότη της ομάδας για τις κινήσεις του πατέρα.
Αυτοί ήταν που έστησαν και εκτέλεσαν το σχέδιο της απαγωγής. Οι λεπτομέρειες από τη δράση τους σοκάρουν το πανελλήνιο. Διαπραγματευόντουσαν για τα λύτρα ενώ είχαν σκοτώσει τον 17χρονο. Τον εκτέλεσαν επειδή θεωρούσαν δεδομένο πως θα είχε αναγνωρίσει τις φωνές του Σπινάρη και του Αγαπητού που ήταν κολλητοί και έπαιζαν στην ίδια ομάδα.
Έβαλαν τον έντρομο Μαρσελίνο σε ένα αυτοκίνητο και τον πήγαν στην περιοχή Κάτω Πηγάδι στα Σκούρτα. Έσκαψαν ένα πρόχειρο λάκκο αλλά κανείς δεν ήθελε να είναι αυτός που θα πατούσε τη σκανδάλη. Τελικά, ο Γρυπάιος θα είναι αυτός που με δυο σφαίρες στον αυχένα, εκτέλεσε τον 17χρονο ποδοσφαιριστή. Μετά το φονικό επέστρεψαν στην Αθήνα. Ειδικά οι δυο φίλοι, έπαιζαν και το ανάλογο θέατρο αφού έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι της οικογένειας, έπαιρναν λεφτά από τον πατέρα δήθεν για να βοηθήσουν στις έρευνες, ο ένας από αυτούς το βράδυ που βρέθηκε το πτώμα έτρωγε με την οικογένεια, ενώ ο άλλος ήταν ένας από αυτούς που σήκωσαν το φέρετρο του φίλου τους την ημέρα της κηδείας!
Οι απαγωγείς κράτησαν τον Μαρσελίνο δεμένο με κουκούλα και χειροπέδες για περίπου 4 – 5 μέρες στο διαμέρισμα του Πετράκη. Σύμφωνα με την Αστυνομία, ο Γρυπαίος τηλεφωνούσε από θαλάμους και διάφορα άλλα σημεία στον πατέρα του νεαρού και ζητούσε λύτρα, προσποιούμενος τον αλλοδαπό. Μάλιστα, χρησιμοποιούσε μια γραμμένη κασέτα με τη φωνή του Μαρσελίνο για να στέλνει μηνύματα στον πατέρα του.
Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1991 στο κακουργιοδικείο της Αθήνας. Οι κατηγορούμενοι, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του Μαρσελίνο έλεγε πως δε θέλει βεντέτα, δέχθηκαν πολλές επιθέσεις από φίλους και συγγενείς του άτυχου 17χρονου. Είναι ενδεικτικό πως κατά τη μεταγωγή του ο Σπινάρης δέχθηκε πυροβολισμούς και τραυματίστηκε ελαφρά, μέσα στο περιπολικό που βρισκόταν.
Στις 19 Δεκεμβρίου, το δικαστήριο θα κηρύξει ένοχους τους οχτώ κατηγορούμενους, επιβάλλοντας μάλιστα και την ποινή του θανάτου στον Γρυπαίο και στον Σπινάρη, παρά την κατάργησή της. Ο δεύτερος, το 2005 θα παραβιάσει την άδεια που θα πάρει από τις φυλακές Αλικαρνασσού και θα το σκάσει στην Τουρκία. Ένα χρόνο μετά όμως θα συλληφθεί εκ νέου για μια άλλη υπόθεση στη γειτονική χώρα - για εμπόριο ναρκωτικών - και μέχρι το 2015 θα μείνει κρατούμενος στις τουρκικές φυλακές. Το 2015 θα είναι η χρονιά που θα τον εκδώσουν πίσω στην Ελλάδα για να συνεχίσει εδώ την ποινή του. Ο Αγαπητός σε ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 17 ετών και οι άλλοι τέσσερις σε κάθειρξη 10 - 15,5 ετών.Η δίκη για τον Σκαφτούρο είχε διαχωριστεί γιατί δεν είχε συλληφθεί. Διέφυγε στο εξωτερικό και συνελήφθη σε συνεργασία με το FBI στη Νέα Υόρκη στις 29 Μαΐου του 2008, δύο χρόνια προτού παραγραφεί το αδίκημα.
Ακολουθήστε το Reader.gr στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.