Μενού

Καζαμπλάνκα: H ταινία που νίκησε τον χρόνο και η επιρροή της στην ποπ κουλτούρα

Casablanca
Casablanca | Shutterstock
  • Α-
  • Α+

Τι κάνει μια ταινία διαχρονική και ικανή να εμπνέει τις επόμενες γενιές σε όλο τον κόσμο; Η θρυλική «Καζαμπλάνκα» είναι η ταινία, που κρύβει όλες τις απαντήσεις, καθώς αιχμαλώτισε το κοινό με έναν τρόπο που καμία άλλη ταινία δεν το έχει κάνει -με μόνη εξαίρεση ίσως το «Όσα παίρνει ο άνεμος»- και συνεχίζει να επηρεάζει την ποπ κουλτούρα ακόμα και σήμερα. 

Μπορεί να έχουν περάσει 81 χρόνια από τότε που προβλήθηκε για πρώτη φορά, στις 26/11 του 1942, μπορεί ο κόσμος να έχει πια αλλάξει ριζικά έκτοτε, όμως η μαγεία και το μήνυμα της «Καζαμπλάνκα» παραμένουν ανεπηρέαστα από τη φθορά του χρόνου. 

Μια ιστορία αγάπης έξω από στερεότυπα

Σε αυτή τη διαχρονικότητα σίγουρα έχουν συμβάλλει πρώτα πρώτα το εμπνευσμένο σενάριο της ταινίας: μια ιστορία αγάπης σε ένα εξωτικό περιβάλλον σε εποχή πολέμου που δεν περιορίστηκε σε στερεότυπα και δεν ολοκληρώθηκε με ένα αναμενόμενο happy end, ούτε καν με ένα full drama ή τραγωδία φινάλε, αλλά με το χωρισμό των ερωτευμένων και την ατάκα «we ll always have Paris», που εξελίχτηκε σε ένα από τα πολλά σλόγκαν που η ταινία κληροδότησε στις επόμενες γενιές (έχει αναπαραχθεί μέχρι και στη σειρά ταινιών «The Avengers»). 

Σίγουρα επίσης ρόλο έπαιξε η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Μάικλ Κέρτις, οι απαράμιλλες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν αλλά και των ηθοποιών που υποδύθηκαν μικρότερους ρόλους, η μουσική του «πατέρα» της κινηματογραφικής μουσικής, Μαξ Στάινερ, που ενσωμάτωσε στην πρωτότυπη μουσική του σύνθεση ένα τραγούδι που προϋπήρχε, το «As time goes by» και το έκανε κομμάτι της κινηματογραφικής αφήγησης. 

Η σπουδαιότερη αντιπολεμική ταινία

Πέρα, όμως, από όλα αυτά, όμως, αυτό που διατηρεί την ταινία απολύτως επίκαιρη as time goes by, είναι το βαθύ αντιπολεμικό της μήνυμα, που την έχει χρίσει κορυφαία πολεμική ταινία όλων των εποχών, κι ας μην περιλαμβάνει ούτε μία σκηνή μάχης. Η «Καζαμπλάνκα» δεν μίλησε απλώς για τον πόλεμο, γυρίστηκε στην περίοδο πριν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και κατάφερε να αιχμαλωτίσει την ατμόσφαιρα ενός κόσμου αιχμαλωτισμένου στη δίνη του πολέμου. Πουθενά δεν υπήρχε ασφάλεια, όπου κι αν πήγαινες μπορούσε να εξελιχθεί σε πολεμική ζώνη. 

Casablanca
Shutterstock

Ενταγμένη σε αυτή την εποχή, η ταινία δεν κρύφτηκε, δεν απέφυγε να «μιλήσει». Δεν εστίασε στη φρίκη της μάχης, αλλά έθεσε απέναντι στον πόλεμο τον έρωτα, τον οποίο εν τέλει θυσίασε εξαιτίας του πολέμου προσδίδοντάς του μεγαλείο, ανέγγιχτο στον χρόνο. 

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές, είναι αυτή που εξελίσσεται στο Rick’s cafe Americain, το μπαρ του Ρικ Μπλέιν στην Καζαμπλάνκα, που παραμένει ένα ουδέτερο περιβάλλον, στο οποίο μπορούν να συχνάζουν Ναζί αξιωματικοί αλλά κι επαναστάτες. 

Οι Γερμανοί αρχίζουν να τραγουδούν ένα πατριωτικό γερμανικό τραγούδι, όταν ο κυνηγημένος από του Ναζί, Βίκτορ Λάζλο, ζητά να παίξουν τον Eθνικό Ύμνο της Γαλλίας, την περίφημη La Marseillaise. Όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού σηκώνονται όρθιοι και τραγουδούν μαζί, αναγκάζοντας τους Γερμανούς να σωπάσουν. Η σκηνή γίνεται ακόμα πιο δυνατή, αν σκεφτούμε ότι πολλοί από όσους συμμετείχαν σε αυτήν ήταν άνθρωποι που είχαν κυνηγηθεί και ξεφύγει από τους Ναζί κι από στρατόπεδα συγκέντρωσης, είχαν χάσει φίλους και στενούς συγγενείς στον πόλεμο. Η ένταση και η συγκίνηση αυτής της μικρής όσο και μεγάλης αντίστασης είναι έκδηλη και καταφέρνει να περάσει στον θεατή μέσα από την οθόνη. 

Καζαμπλάνκα, αντί για Λισαβόνα

Το εντυπωσιακό με την «Καζαμπλάνκα» είναι ότι οι δημιουργοί της ποτέ δεν περίμεναν την τεράστια επιτυχία, πόσο μάλλον την απήχηση και την επιρροή που θα ασκούσε η ταινία ακόμα και για πολλές δεκαετίες μετά. 

Η περίοδος των γυρισμάτων και της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας της δεν ήταν καθόλου εύκολη. Υπήρξαν προβλήματα με το σενάριο, σκηνές και ατάκες που ξαναγράφτηκαν, δυσκολίες με την επικοινωνία του σκηνοθέτη με τους ηθοποιούς (ο Κέρτις στην αρχή ήταν έτοιμος να τα παρατήσει) φόβοι ότι οι προσωπικές ζωές των σταρ πρωταγωνιστών, θα επισκίαζαν το ίδιο το φιλμ και οι προσδοκίες γενικώς ήταν μετρημένες. Βέβαια, όταν οι κινηματογραφιστές κάνουν σχέδια, το κοινό γελάει, και σε αυτή την περίπτωση ήταν για καλό (και μόνο αν σκεφτούμε τις οκτώ υποψηφιότητες και τα τρία Όσκαρ, που κατέκτησε η «Καζαμπλάνκα», για το σενάριο, τη σκηνοθεσία, αλλά και ως καλύτερη ταινία).

Αν η ταινία είχε ακολουθήσει το αρχικό σενάριο, σίγουρα σήμερα δεν θα μιλούσαμε για την «Καζαμπλάνκα». Ο θεατρικός συγγραφέας, Μάρεϊ Μπάρνετ είχε εμπνευστεί την ιστορία της ταινίας σε ένα θεατρικό με τον τίτλο «Όλοι έρχονται στου Ρικ», που έγραψε μαζί με την Τζόαν Άλισον το 1940. 

Η ιστορία του εξελισσόταν στη Λισαβόνα, όμως όταν τα δικαιώματα του σεναρίου αγοράστηκαν από τη Warner Brothers, αποφασίστηκε να μεταφερθεί στην Καζαμπλάνκα, μια πόλη που ο Μπάρνετ δεν είχε δει, ούτε και είδε ποτέ στη ζωή του, εξηγώντας: «Μάλλον δεν θέλησα να καταστρέψω την εικόνα της Καζαμπλάνκα, που έφτιαξε η ταινία». Μια εικόνα, που δημιουργήθηκε στα στούντιο της Warner στην Καλιφόρνια, όπου και έγιναν όλα τα γυρίσματα.  

Ένα από τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ήταν το ύψος του κοντύτερου από την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ο οποίος καθόταν σε διπλά μαξιλάρια ή στεκόταν πάνω σε στοίβες βιβλίων για να δείχνει ψηλότερος. 

Casablanca_

Το αντίκτυπο στην ποπ κουλτούρα

Διασημότερη ατάκα της ταινίας, είναι μάλλον το "Play it again, Sam", μια ατάκα που δεν εμφανίζεται ποτέ σε αυτήν. Ο Ρικ – Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ λέει στον πιανίστα «play it once Sam», λέει επίσης «play it», όμως ποτέ κανείς δεν λέει "play it again, Sam". Στην παρεξήγηση, πιθανόν έχει παίξει τον δικό του ρόλο και ο Γούντι Άλεν, που έραψε θεατρικό με τίτλο «Play it again Sam», το οποίο έγινε το 1972 κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο τίτλο (στα ελληνικά βγήκε με τίτλο «Ωραίος και σέξι»). 

Φυσικά, ο Γούντι Άλεν δεν είναι ο μόνος που επηρεάστηκε από την «Καζαμπλάνκα». H ταινία είχε τεράστιο αντίκτυπο στην ποπ κουλτούρα μελλοντικών δεκαετιών, όμως ουδείς μέχρι τώρα τόλμησε να προβεί σε κάποιο remake. Υπάρχουν κάποιες παρωδίες όπως το «A Night in Casablanca» των αδερφών Μαρξ (1946) ή το «The Cheap Detective» του Νιλ Σάιμον (1978). 

Από εκεί και πέρα, η επιρροή της στον κινηματογράφο, δεν συγκρίνεται με άλλης ταινίας. Υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές σε ταινίες: από τους «Συνήθεις ύποπτους» (1995) μέχρι τις «Επικίνδυνες αποστολές», το «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι», το «La La Land» ή ακόμα και τους «Simpsons», που έδωσαν το δικό τους εναλλακτικό φινάλε στην ιστορία, που κανονικά κλείνει με άλλη μια διάσημη ατάκα: «Λούις, πιστεύω ότι αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας». Σίγουρα ήταν η αρχή μιας ιστορίας, που κατάφερε να νικήσει το χρόνο. 

Google News

Ακολουθήστε το Reader.gr στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.