Σε απόγνωση βρίσκονται χιλιάδες επιχειρήσεις, κυρίως μεσαίες και μικρότερες, που αν και άντεξαν την υπερδεκαετή οικονομική κρίση, βλέπουν να απειλείται σοβαρά η βιωσιμότητα τους από την εκτόξευση των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τις τράπεζες μετά την τελευταία, 10ή κατά σειρά, αύξηση επιτοκίων που ανακοίνωσε
πρόσφατα η ΕΚΤ.
Τραπεζικά στελέχη παραδέχονται ότι το κόστος είναι πλέον ιδιαίτερα αυξημένο για τις επιχειρήσεις και μάλιστα δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους ότι περισσότερο και από το συνεχές ανοδικό σερί των επιτοκίων, αυτό που τους ανησυχεί περισσότερο είναι το γεγονός πως τα υψηλά επιτόκια δεν θα «αποσυμπιεσθούν» σύντομα, τεστάροντας τις αντοχές των επιχειρήσεων στην επιβάρυνση από το κόστος του δανεισμού τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις διαμορφώνεται σήμερα πάνω από 7,50% όταν προ των αυξήσεων από την κεντρική τράπεζα προσέγγιζε το 4,9%, ενώ διπλάσιο είναι το επιτόκιο για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (από 3,16% σε 6,27%).
Ως προς τα συνολικά υπόλοιπα χορηγήσεων γενικά του επιχειρηματικού χώρου, ο Ιούλιος ήταν μήνας αρνητικών ροών, κατά 1,2 δισ. ευρώ, και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιμένει η αγορά τα επίσημα στοιχεία για τον Αύγουστο.
Πάνω από 8% το επιτόκιο δανεισμού για τις ΜμΕ
Από τον Ιούλιο του 2022, το κόστος του χρήματος έχει ανέβει συνολικά κατά 4,5ποσοστιαίες μονάδες, αφού τα επιτόκια ξεκίνησαν από αρνητικά, στο – 0,50% και πλέον βρίσκονται στο 4%. Εάν σε αυτό προσθέσεις και το επιτοκιακό περιθώριο (spread) που επιβάλλουν οι τράπεζες στον πελάτη, τότε για τις μεν μεγάλες επιχειρήσεις το τελικό επιτόκιο δανεισμού τους ανέρχεται σήμερα σε επίπεδα από 5,50% μέχρι 7%, όταν μέχρι τον περυσινό Ιούλιο το τελικό επιτόκιο του δανείου σε μια μεγάλη επιχείρηση δεν ξεπερνούσε το 3%.
Την ίδια στιγμή ακόμη υψηλότερο είναι το κόστος του χρήματος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, φτάνοντας το 8% - 8,50%.
Μηδενικό ενδιαφέρον από τις ΜμΕ για χρηματοδοτήσεις
Όπως είναι φυσικό σε ένα τέτοιο περιβάλλον η πρόσβαση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων στην τραπεζική ρευστότητα, λόγω του υψηλότερου κόστους που φέρνουν οι απανωτές αυξήσεις επιτοκίων, να κρίνεται απαγορευτική.
Με εξαίρεση το Ταμείο Ανάκαμψης, όπου η χρηματοδότηση είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, ο ρυθμός των νέων εκταμιεύσεων στην επιχειρηματική πίστη πέφτει καιαυτό είναι κυρίως εμφανές στον χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η ζήτηση είναι σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα -μια τάση που καταγράφεται μεν από το πρώτο τρίμηνο του έτους και που συνεχίστηκε αμετάβλητη στο δεύτερο, σύμφωνα με σχετική έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος. Τραπεζικοί παράγοντες εκτιμούν ότι η εικόνα που θα αφορά το γ’ τρίμηνο -για την οποία νεότερα στοιχεία θα υπάρξουν στα τέλη Οκτωβρίου- θα έχει ενδείξεις για «δραματική» πτώση της ζήτησης στις ΜμΕ.
Σύμφωνα άλλωστε με πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε επιχειρήσεις- μέλη του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης μόλις 1 στις 4 (24%) από αυτές πραγματοποίησε κάποια επένδυση το πρώτο εξάμηνο του έτους. Το 61,5% των επενδύσεων αφορούσε την βελτίωση του τεχνολογικού εξοπλισμού και τις ψηφιακές τεχνολογίες, το 17,5% τις κτιριακές εγκαταστάσεις, το 14% την εκπαίδευση του προσωπικού και το 7% εργασίες για ενεργειακή αναβάθμιση.
Αυτό όμως που είχε μεγαλύτερη σημασία είναι η πλειοψηφία των επενδύσεων και συγκεκριμένα το 67,5% χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από ίδια κεφάλαια, το 27,5% χρηματοδοτήθηκε από κάποιο πρόγραμμα και μόλις το 5% χρηματοδοτήθηκε από κάποια τράπεζα.
Την ίδια στιγμή ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει το γεγονός ότι οι επενδύσεις που υλοποιήθηκαν το προηγούμενο διάστημα ήταν σχετικά χαμηλού προϋπολογισμού. Ειδικότερα το 50% των επενδύσεων ήταν ύψους έως 5.000 ευρώ το 20% έως 10.000 ευρώ και πάνω από 10.000 ευρώ ήταν το υπόλοιπο 30% των επενδύσεων.
Ακολουθήστε το Reader.gr στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.