Το ημερολόγιο γράφει 21 Σεπτεμβρίου του 2018. Είναι μεσημέρι, στο κέντρο της Αθήνας. Ο 33χρονος Ζακ Κωστόπουλος, μπαίνει μέσα σε ένα κοσμηματοπωλείο στην οδό Γλάδστωνος. Ενώ ο ιδιοκτήτης λείπει από το κατάστημα, ο Ζακ εγκλωβίζεται. Αδυνατεί να ανοίξει την πόρτα ασφαλείας, προσπαθεί να σπάσει το τζάμι να βγει έξω, όμως δε τα καταφέρνει.
Έτσι, μπαίνει έρποντας στην προθήκη της βιτρίνας. Έπειτα από λίγα λεπτά, ο κοσμηματοπώλης με ένα ακόμα άτομο, όταν καταφέρνει να σπάσει το τζάμι, αρχίζουν να τον κλωτσούν, μέχρι να φτάσει σε σημείο να είναι αιμόφυρτος, ανάμεσα σε σπασμένα γυαλιά.
Περαστικοί και άνθρωποι που βρίσκονται στα γύρω καταστήματα, παρακολουθούν απαθείς τις σκηνές βίας που εκτιλύσσιονται μπροστά τους, ενώ μερικοί σηκώνουν τα κινητά τους τηλέφωνα για να το καταγράψουν.

Κάποιος καλεί το ΕΚΑΒ. Αφού ο Ζακ βγαίνει από τη τζαμαρία, δέχεται και άλλες κλωτσιές στην πλάτη από τρίτο άτομο, αρχίζει να τρέχει και σκοντάφτει πάνω σε τραπέζα παρακείμενων καταστημάτων και ξυλοκοπείται πάλι από αστυνομικούς που έχουν καταφθάσει στο σημείο, τη στιγμή που βρίσκεται αιμόφυρτος και πεσμένος στο έδαφος.
Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, διαπιστώνεται ο θάνατός του.
«Νεκρός ο ληστής του κοσμηματοπωλείου»
Δελτία ειδήσεων και ενημερωτικές ιστοσελίδες, λίγη ώρα αργότερα, αγνοώντας τις ακραίες σκηνές βιαιότητας που εκτυλίχθηκαν, άρχισαν να συκοφαντούν τον Ζακ, αποκαλώντας τον από ληστή, μέχρι τοξικομανή, βγάζοντας αυθαίρετα συμπεράσματα για το λόγο που μπήκε στο κοσμηματοπωλείο και διακινώντας fake news ότι πέθανε επειδή έπεσε πάνω στη τζαμαρία.
Οι τίτλοι που βγήκαν στα site και τις τηλεοράσεις, ήταν ενδεικτικοί: «Νεκρός ο ληστής που αποπειράθηκε να ληστέψει κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια», «θανάσιμα τραυματίστηκε ένας άνδρας, κατά τις πληροφορίες τοξικομανής, ο οποίος φέρεται πως προσπάθησε να ληστέψει κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια»,
«Βίντεο από τη στιγμή της απόπειρας ληστείας στο κοσμηματοπωλείο της οδού Γλαδστώνος, που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ληστή», «Eπεσε πάνω στην τζαμαρία του καταστήματος και τραυματίστηκε», «Εισέβαλε στο κατάστημα κρατώντας ένα μαχαίρι για να το ληστέψει».

Το γαϊτανάκι των ψευδών ειδήσεων συνεχιζόταν και κλιμακωνόταν, με τις διαρροές των μίντια να κάνουν λόγο για το ληστή που τραυματίστηκε θανάσιμα, για τον τοξικομανή που επιχείρησε να ληστέψει, για το ότι χτύπησε μόνος του στα σπασμένα γυαλιά και σκοτώθηκε, για το γεγονός πως υποτίθεται ότι κράταγε μαχαίρι, βάζοντας στη θέση του θύματος τον «αθώο» κοσμηματοπώλη ο οποίος έλειπε από το κατάστημα και γυρνώντας, τα έβαλε με τον επίδοξο ληστή.
Ένα λιντσάρισμα που ξεκίνησε με τη δολοφονία του Ζακ και συνεχίστηκε μέσα από τα πρωτοσέλιδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Τα ψευδή δημοσιεύματα, συνέβαλαν ώστε να θαφτεί το γεγονός ότι ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε βίαια, καταμεσήμερο στο κέντρο της Αθήνας, δύο στενά πάνω από την Ομόνοια, μπροστά στα μάτια άπραγων θεατών, που επέλεξαν να τραβήξουν βίντεο με το κινητό τους, χωρίς να επέμβουν για να σωθεί ο Ζακ.
Η δολοφονία ενός ανθρώπου πέρασε στα ψιλά γράμματα, εφόσον είχε βγει το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τοξικομανή ληστή – που μάλλον η ζωή του είχε μικρότερη αξία για την κοινή γνώμη και κατ' επέκταση την κοινωνία που ήταν βυθισμένη στην απάθεια.
Ο Ζακ είχε παρουσιαστεί ως ένας ληστής που βρισκόταν σε αμόκ και ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει μαχαίρι. Ένα αφήγημα που ξεκίνησε από την ΕΛ.ΑΣ. και συνεχίστηκε από τα ΜΜΕ, που χέρι-χέρι, τον καταδίκασαν πριν καν διασταυρωθούν τα γεγονότα, μεταφέροντας αυτούσιο το δελτίο τύπου της αστυνομίας πως κάποιος απλά σκοτώθηκε σε μια αποτυχημένη προσπάθεια κλοπής.
Τα δελτία ειδήσεων το βράδυ εκείνο, πήραν τη σκυτάλη και συνέχισαν με την ίδια λογική, χωρίς να τους απασχολεί το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του.
Μερικές από τις εκφράσεις που ακούστηκαν είναι ότι «ο επίδοξος ληστής εγκλωβίστηκε στο κατάστημα, πήρε τον πυροσβεστήρα, έσπασε την τζαμαρία για να βγει έξω, μόνο που τραυματίστηκε από τα σπασμένα τζάμια, κόπηκε», δίνοντας ελαφρυντικό σε εκείνους που τον λιντζάρισαν θανάσιμα. Αυτόκλητοι τιμωροί, ως μια μορφή εξουσίας απέναντι στον ανήμπορο, τον ευάλωτο, τον «τοξικομανή», έδρασαν μέχρι να τον σκοτώσουν, λες και επρόκειτο για ένα παράσιτο.
«Είχε προχωρήσει σε εκτεταμένη χρήση ουσιών»
Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, κυκλοφορεί το βίντεο που δείχνει το λιντσάρισμα του Ζακ. Ξαφνικά, ο αγνώστων στοιχείων άνδρας, είχε ονοματεπώνυμο, ήταν ο Ζακ Κωστόπουλος, ακτιβιστής για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, μια κοινότητα που «πάγωσε» στο άκουσμα του ονόματός του.
Τότε, μερικά ΜΜΕ άρχισαν να προβάλλουν σε επανάληψη το βίντεο και να μιλούν για τις κλωτσιές που δέχθηκε από τον ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου. Άλλα, όμως, συνέχισαν τη δολοφονία χαρακτήρα του Ζακ, ακόμα και μετά τις αποκαλύψεις.

Ξαφνικά ο «ληστής» έγινε «οροθετικός και ομοφυλόφιλος», προσδιορισμοί που του αποδόθηκαν από ακροδεξιές ιστοσελίδες, με ύφος υποτιμητικό.
Χαρακτηριστικοί τίτλοι που διακινήθηκαν τότε σε κάποια site -όπως το Πρώτο Θέμα και το newsit- ήταν: «Δεν πέθανε από τα χτυπήματα – Απροσδιόριστη η αιτία θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, λένε οι ιατροδικαστές», «βρέθηκαν αποτυπώματα (του Ζακ Κωστόπουλου) σε μαχαίρι».
Την πληροφορία αυτή, αναμεταδίδουν δεκάδες ακόμη ιστοσελίδες αποδίδοντάς την σε «διαρροές της αστυνομίας». Αυτός ο ισχυρισμός καταρρίφθηκε λίγο αργότερα, καθώς δεν βρέθηκαν αποτυπώματα του Ζακ σε μαχαίρι, ούτε στην ταμειακή μηχανή.
Οπότε τα ψεύδη περί ληστείας, αποδομήθηκαν. Όμως, τα δημοσιεύματα για τα ακριβή αίτια θανάτου του Ζακ, βγήκαν, πριν ακόμα γίνει η ιατροδικαστική έκθεση και οι τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις, προτρέχοντας για μία ακόμα φορά να βγάλουν ανυπόστατα συμπεράσματα. Κάποια κανάλια, δε δίστασαν ακόμα και να παρουσιάσουν την ανακοπή ως ενδεχόμενη αιτία θανάτου, που προκλήθηκε από κρίση πανικού.
Μετά από λίγες ημέρες, η εφημερίδα «Βήμα» που επικαλούταν αστυνομικές πηγές, έγραφε πως «Αποσαφηνίζονται πλέον πολλές πτυχές του τραγικού θανάτου του 32χρονου Ζακ Κωστόπουλου, το μεσημέρι της 21ης Σεπτεμβρίου, έξω από το κοσμηματοπωλείο της οδού Γλάδστωνος.
Ο 32χρονος, σύμφωνα με μαρτυρίες, φέρεται να είχε προχωρήσει το τελευταίο διήμερο σε εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών και μάλιστα την προηγούμενη ημέρα είχε παρουσιάσει σημαντικό πρόβλημα υγείας λόγω χρήσης κοκτέιλ ουσιών και η κατάστασή του επιδεινώθηκε την μοιραία ημέρα.
Λίγο πριν εισέλθει στο κοσμηματοπωλείο έδειχνε να βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ έξω από γειτονικό κατάστημα με γρήγορο φαγητό μαζί με δύο ακόμη άτομα -πιθανόν τοξικομανείς- που έδειχναν να προσπαθούν να τον συνεφέρουν ή να τον συγκρατήσουν και του έφεραν ένα μπουκάλι νερό.
Τα δύο αυτά άτομα που τα αναζητούμε ακολούθησαν τον άτυχο 32χρονο μέχρι το κοσμηματοπωλείο και στη συνέχεια εξαφανίσθηκαν και αποφεύγουν να εμφανισθούν.
Εκτιμούμε ότι ο Ζακ Κωστόπουλος μπήκε στο κοσμηματοπωλείο ίσως για να τολμήσει να κλέψει έχοντας ελάχιστη συναίσθηση των ενεργειών του και σε κατάσταση παραζάλης.
Εχει συμβεί και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις ληστειών ο δράστης λόγω χρήσης ορισμένων ουσιών να μην έχει αναστολές και να δρα χωρίς καταλογισμό. Οσον αφορά τα αίτια θανάτου του, εκτιμούμε ότι είναι κάποιο οίδημα ή άλλο πρόβλημα υγείας».
Ένα ρεπορτάζ με μοναδικές πηγές αυτές των αξιωματικών της αστυνομίας, που είχε ως στόχο να καταλογίσει τις ευθύνες του θανάτου «στη χρήση ουσιών» και όχι στην υπέρμετρη χρήση βίας και τα χτυπήματα από τον κοσμηματοπώλη, το μεσίτη και τους αστυνομικούς τη στιγμή που ήταν ανήμπορος και αιμόφυρτος στο έδαφος.
«Συμφωνείτε με την αντίδραση του κοσμηματοπώλη;»
Τα μίντια συνέχιζαν να αποδίδουν ελαφρυντικά στους δράστες, σαν μια άλλη μορφή δικαιοσύνης, να μειώνουν την προσωπικότητα του θύματος, να αγνοούν το γεγονός του ξυλοδαρμού αυτού καθεαυτού.
Θυμόμαστε χαρακτηριστικά ατάκες σε μεγάλα κανάλια, που έλεγαν ότι «ο ιδιοκτήτης του καταστήματος αρχίζει να κλωτσάει εκφοβιστικά στον αέρα μαζί με έναν φίλο του. Τα χτυπήματά τους βρίσκουν το κεφάλι του νεαρού». «Βρίσκουν το κεφάλι του νεαρού», ήταν μια έκφραση που άφηνε να εννοηθεί πως η δολοφονική επίθεση έγινε «κατά λάθος».
Το αποκορύφωμα ήταν η εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου, κατά την οποία διενεργήθηκε γκάλοπ, θέτοντας ως ερώτημα στους τηλεθεατές «εάν συμφωνούν με την αντίδραση του κοσμηματοπώλη», ξεπερνόντας τα όρια της δεοντολογίας και αγγίζοντας εκείνα της χυδαιότητας.
Λες και η δολοφονία ενός ανθρώπου έπρεπε να εγκριθεί από τη γνώμη ενός τηλεοπτικού κοινού προς τέρψη της τηλεθέασης, ως ένα ακραίο είδος κοινωνικού κανιβαλισμού.
Επιστολή δημοσιογράφων και φωτογράφων στα ΜΜΕ για την υπόθεση Ζακ
Στις 19 Οκτωβρίου, διακόσιοι σαράντα δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ, απηύθυναν έκκληση προς τους συναδέλφους τους να αντιμετωπίσουν την υπόθεση με το θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου «εμπνεόμενοι από τις αρχές της δεοντολογίας, με σεβασμό στη μνήμη του νεκρού και εξετάζοντας πάντα προσεκτικά και με πνεύμα αμφιβολίας τις «πληροφορίες» που διαρρέουν από τις αρχές» και την ΕΣΗΕΑ να διασφαλίσει ότι η κάλυψη της υπόθεσης θα γίνεται με τρόπο που θα προστατεύει την αξιοπρέπεια της δουλειάς μας, εκφράζοντας την ανησυχία και τον αποτροπιασμό τους για τα φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού, που εμφανίζονται στα βίντεο, στον δημόσιο λόγο και στην αναπαραγωγή του σε μεγάλη μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Η επιστολή, έγραφε, μεταξύ άλλων ότι: «Η δημοσιογραφία από θέση αρχής πρέπει να βρίσκεται απέναντι στην εξουσία και στο πλευρό των αδύναμων και των θυμάτων. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, το να λειτουργούμε ως κομιστές των αστυνομικών σεναρίων και να επαναλαμβάνουμε αστήρικτους χαρακτηρισμούς απέναντι σε έναν νεκρό («επίδοξος ληστής», «βρισκόταν σε κατάσταση επιθετικού αμόκ» κ.ά) αποτελεί απόλυτη αντιστροφή του ρόλου μας, ειδικά καθώς κάθε μέρα που περνά βγαίνουν νέα στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν τις αντιφάσεις των αστυνομικών εκδοχών, την επιλεκτικότητα των στοιχείων που προβάλλει η αστυνομία και δημιουργούν ερωτήματα για τις σκοπιμότητες που υποκρύπτουν οι «διαρροές» της».
Αναμφισβήτητα, η κάλυψη μερίδας των ΜΜΕ στην υπόθεση του Ζακ, δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη απέχθεια της κοινής γνώμης προς τους δημοσιογράφους, οι οποίοι λειτούργησαν ως το μακρύ χέρι της εξουσίας, επιχειρώντας να συγκαλύψουν την αστυνομική -και όχι μόνο- βία που του ασκήθηκε.
Βία που μετουσιώνεται σε αγριότητα και πόνο, πάνω σε ένα σώμα που ήταν ανήμπορο και παραδόθηκε στην ευαλωτότητά του. Μιας κοινωνίας που στηρίζει το δίκιο του ισχυρού απέναντι στον ανίσχυρο, που στιγματίζει εκείνους που βάζει στο περιθώριο, νομιμοποιώντας την άσκηση βίας εναντίον τους από κάθε λογής «νοικοκυραίους» που τους δίνεται μια άτυπη εξουσία να επιβάλλουν την τάξη.
Ο Ζακ, ο Αλέξης, ο Παύλος, ο Σαχζάτ, ο Μάγγος, ο Φραγκούλης και κάθε δολοφονημένο άτομο, έχασαν τη ζωή τους στην ίδια λογική της φασίζουσας όψης της κοινωνίας, εκλογικεύοντας την ακραία μορφή βίας, βάζοντας στο τραπέζι ανούσιες οπτικές «της κακιάς ώρας», του «τι γύρευε στα Εξάρχεια», του «ληστή που έκλεψε 20 ευρώ βενζίνη», του «τοξικομανή που μπήκε για να ληστέψει». Άνθρωποι που ποδοπατήθηκαν και δολοφονήθηκαν σωματικά και ηθικά.
Ακολουθήστε το Reader.gr στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.